«ΠΛΗΘΟΣ ΔΕ ΑΡΧΟΝ ... ΜΟΥΝΑΡΧΟΣ ΠΟΙΕΕΙ ΟΥΔΕΝ: Όταν άρχει το πλήθος ... ο τύραννος δεν μπορεί να κάνει τίποτα.» Ηρόδοτος
«Ποιος είπε πως επέρασε
της λεβεντιάς η ώρα»
(Κ. Παλαμάς)
Το συμβούλιο των νταβατζήδων, οι λαομπαίχτες, συνεκλήθη ακόμη μία φορά, επειγόντως, σε σύσκεψη. Ανίκανοι να σκεφθούν, ποτέ δεν κατείχαν αυτήν την κοπιαστική τέχνη, προτιμούν άκοπα να συσκέπτονται. Φυσικά, το μηδέν προστιθέμενο και άπειρες φορές πάλι μηδέν θα δώσει.
Οι κοπίδες (τσαρλατάνοι) της εξουσίας, οι «εκπρόσωποι» του λαού, απρόσωπες διπρόσωπες μαϊμούδες, μπογιατισμένοι με ψεύτικη αυτοπεποίθηση, ψευτιά γεμάτοι.
Οι σπουδαιογελοίοι της λέσχης Μπιλντεμπέργκ καμώνονται ότι εξετάζουν πώς θ' αντιμετωπίσουν την κρίσιμη κατάσταση της χώρας, στην οποία κρίση, αυτοί οι ίδιοι, αλαζόνες, απερίσκεπτοι, κακοπάτριδες, αδιάφοροι, διεφθαρμένοι, τη βύθισαν και εξακολουθούν να τη βυθίζουν, χρόνια τώρα.
Βλακογιάπηδες, αδαείς, κυνικοί, αχαλίνωτοι, ξεκαπίστρωτοι, οι σπουδαιογελοίοι επηρμένοι, έτοιμοι για όλα, με μικροαστική μικρόνοια και με τη μετριότητα ως πλαφόν των απαιτήσεών τους από τους εαυτούς τους και του άλλους.
«Σβησμένες όλες οι φωτιές οι πλάστες μεσ' τη χώρα» (Κ. Παλαμάς).
Έξω, στους δρόμους αργοσέρνεται η αρρώστια της πόλης, που, αυτοί, οι λειεγκέφαλοι και λιμασμένοι για χρήμα και εξουσία, σκόρπισαν σαν λοιμική στη χώρα.
Οι άνομοι εξουσιαστές του αγέρα της Δημοκρατίας, που την κουτσουρεύουν κάθε φόρα που την πιάνουν στα χείλη των τα ασεβή. «Άλαλα τα χείλη των ασεβών των μη προσκυνούντων την εικόνα σου την σεπτήν», Δημοκρατία. Του Δήμου Κράτος.
«Τη φλόγα άρπαξαν οι άνομοι/ τη σβήσανε στα βαλτονέρια» (Κ. Παλαμάς)
Τα όνειρα τα πάγωσε η βαρυχειμωνιά της χαλασμένης τους σκέψης.
Κι έμειναν τα δέντρα χωρίς καρπό στη Χώρα των κατάρατων.
Των σκλάβων μιας ανούσιας ζωής. Της ζωής που τους τη στέρησαν οι κοτζαμπάσηδες και οι νταβατζήδες της εύφορης κοιλάδας, μαζί με τα σφουγγοκώλια τους και τους ανίκανους του Κράτους.
Η Χώρα αργοπεθαίνει μέσα στον βούρκο των σκανδάλων, της αδιαφορίας και της ανικανότητας αυτών που την κυβερνούν. Μπόχα αποπνικτική ξερνά το σαπισμένο, από την απληστία και αλαζονική αυθαιρεσία της εξουσίας, χνώτο τους.
Στην ηλιοθρεμμένη Χώρα, βαριά συννεφιά, μαύρη μαυρίλα, σκορπά η ασυδοσία τους, η απάτη, το ψέμα τους. Και γίνεται αβάσταχτη, όταν τους ακούς να την εξηγούν και να τη δικαιολογούν ως αδήριτη ανάγκη, οι αναίσχυντοι ολετήρες της πόλης.
Ο γαλανός ουρανός μαύρισε από τα κοράκια, ντόπια και ξένα, που τριγυρίζουν το ετοιμοθάνατο ψοφίμι. Έτσι τον κατάντησαν αυτόν τον Λαό «που κάποτε ήταν φλόγα» (Κ. Παλαμάς).
Και δίπλα του περνούν αδιάφοροι, οι δήθεν σωτήρες του, τουρίστες σ' αυτήν τη Χώρα, μέσα στις κρατικές τους λιμουζίνες, που κι αυτών οι τροχοί με του λαού τα έξοδα γυρίζουν. Και αυτοί ζητούν αναδρομικές αμοιβές αργομισθίας.
Και οι άνθρωποι, στους σκοτεινούς, σαν τη τύχη τους, δρόμους, άγνωστοι και ξένοι, ανάμεσα σ' άγνωστους και ξένους, περιφέρονται άσκοπα, γιατί τους στέρησαν τη χαρά και την προσδοκία ενός σκοπού. Πληγιασμένες καρδιές σκύβουν το βλέμμα στη γη ντροπιασμένοι. Μουλωχτοί, απελπισμένοι.
Μια λάσπη ποτισμένη με ιδρώτα.
Χωρίς αύριο η ζωή τους, τρέχει, ανάμεσα στα τόσα τροχοφόρα, που κι αυτά κυκλοφορούν, άδεια από ψυχές, ακατοίκητα από ανθρώπους. Γεμάτα μόνο κορμιά, χωρίς πνοή. Μαριονέτες μιας καθημερινής, άσκοπης και παράλογης ρουτίνας.
Διαβάστε το υπόλοιπο εδώ: ΠΗΓΗ
RSS: