Την περασμένη Κυριακή, η παράταξη του Μνημονίου ηττήθηκε κατά κράτος. Την Δευτέρα που ακολούθησε άρχισε να προδιαγράφεται μια δεύτερη ήττα: η ήττα της Αντι-μνημονιακής παράταξης. Έτσι είναι. Στον καιρό της Κρίσης είναι πολύ εύκολο να έχουμε μόνο ηττημένους. Τόσο στον πολιτικό όσο και στον οικονομικό στίβο. (Αυτή δεν ήταν άλλωστε η μοίρα των λαών την δεκαετία του 1930, η οποία ακολούθησε μετά το 2008 της εποχής εκείνης; Μετά το 1929; Τότε δεν ηττήθηκαν μαζί τόσο οι συντηρητικοί-μεν-φιλελεύθεροι-δε αστοί όσο και η Αριστερά![]()
Η ήττα της παράταξης του Μνημονίου οφείλεται σε κάτι πολύ απλό: Η λογική του Μνημονίου δεν μπορούσε σε καμία των περιπτώσεων (όσο χρηστή και αποτελεσματική να ήταν η διακυβέρνηση των δύο μνημονιακών κυβερνήσεων που είχαμε) να πετύχει τον βασικό στόχο του Μνημονίου: την αποτροπή - μέσω τεράστιων δανείων και αυστηρής λιτότητας - της πτώχευσης του δημοσίου και της περαιτέρω βύθισης της πραγματικής οικονομίας στην όλο και επιταχυνόμενη Ύφεση. (Πόσο δε μάλιστα που η εν λόγω διακυβέρνηση κάθε άλλο παρά αποτελεσματική ήταν!)
Η ήττα της Αντιμνημονιακής παράταξης θα έρθει (εκτός κι αν μεσολαβήσει μια αλλαγή στάσης από τον Σύριζα) λόγω μιας άλλης εξ ίσου στυγνής πραγματικότητας: Η Ελλάδα μπορεί να βγει από αυτή την Κρίση με τις δικές της δυνάμεις όσο μπορούσε το Ohio, ανεξάρτητα και αυτόνομα από την υπόλοιπη Αμερική, να βγει από την Μεγάλη Ύφεση το 1931. Σε καμία των περιπτώσεων! Μας αρέσει δεν μας αρέσει, η τύχη της Ελλάδας είναι αναπόσπαστα δεμένη με εκείνη της υπόλοιπης ευρωζώνης. Όσο βαυκαλιζόμαστε ότι μπορούμε να διαχωρίσουμε την πορεία μας από την Ευρώπη και, με τις δικές μας δυνάμεις, να πορευτούμε σε ένα καλύτερο αύριο, δημιουργούμε τις συνθήκες μιας συντριπτικής ήττας της ελπίδας ότι η Αντιμνημονιακή ψήφος θα βγει σε καλό.
Εδώ λοιπόν έγκειται η ουσία της υπόθεσης: Από την μία ο σεβασμός των όρων του Μνημονίου όχι μόνο δεν ενδείκνυται αλλά είναι ανέφικτος (ακόμα κι όλοι να συμφωνούσαμε σε αυτούς τους όρους - ακόμα κι οι αναρχικοί των Εξαρχείων). Από την άλλη, η εγχώρια χρηματοδότηση των αναπτυξιακών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών που είναι προαπαιτούμενο για την ανατροπή της Κρίσης είναι αδύνατη. Άρα, τί κάνουμε; Αν έχω δίκιο, η λύση είναι μία (αν και όχι απλή): Επαναδιαπραγμάτευση εντός του ευρώ. Πως γίνεται αυτό, σας ακούω να ρωτάτε (με δίκαιη απορία), όταν η κα Μέρκελ δεν θέλει να ακούσει κουβέντα; Γιατί να μας ακούσουν; Γιατί να μας αποτείνουν καν τον λόγο; Εύλογο το ερώτημα (το οποίο ετίθετο στον κ. Σαμαρά από τον Μάιο του 2010, όταν υποσχόταν κι εκείνος την επαναδιαπραγμάτευση, χωρίς να δίνει απάντηση).
Η μόνη σοβαρή απάντηση είναι ότι θα μας πάρουν στα σοβαρά μόνον αν θέσουμε την επανδιαπραγμάτευση ως προϋπόθεση για να δεχθούμε την νέα δόση από το EFSF. Από εκεί που μας φοβερίζουν ότι δεν θα μας την δώσουν, να ανακοινώσουμε ήρεμα και νωχελικά (χωρίς να προβούμε σε καμία καταγγελία) ότι επιλέγουμε να μην την πάρουμε όσο το «πρόγραμμα» παραβαίνει τους κανόνες της λογικής και επιμένει σε νέα μέτρα που θα γκρεμίσουν ότι έχει μείνει όρθιο στην κοινωνική οικονομία της χώρας (π.χ. νέες μειώσεις κατώτατων μισθών και συντάξεων).
Βέβαια, για να το πούμε αυτό το «ευχαριστούμε, δεν θα πάρουμε», χωρίς η ρήση μας να αποτελεί μπλόφα, είναι απαραίτητο πρώτα να έχουμε κάνει (εντός των ερχόμενων εβδομάδων) ό,τι απαιτείται ώστε το ελληνικό δημόσιο να μπορεί να «αντέξει» στο επόμενο διάστημα (π.χ. έως τον Δεκέμβριο) χωρίς δανεικά, μέσω της εξάλειψης του πρωτογενούς ελλείμματος, τουλάχιστον έως το τέλος του χρόνου. Είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Ναι, είναι (α) με μια από-πάνω-προς-τα-κάτω συμπίεση μισθών και συντάξεων που αφήνει ανέπαφα τα χαμηλά εισοδήματα και (β) με την δυνατότητα προ-πληρωμής ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος με μεγάλες εκπτώσεις εκ μέρους των φορολογουμένων (αντί για την απίστευτα ανόητη πρόταση της «κινητοποίησης των καταθέσων» που φέρεται να εξήγγειλε μέλος του Σύριζα, σπέρνοντας τον πανικό στους μικρο-καταθέτες).
Στόχος τέτοιων διαπραγματευτικών κινήσεων δεν μπορεί να είναι η αυτόνομη, μαρκοπρόθεσμη ανάπτυξη της χώρας. Στόχος είναι να κρατηθεί η Ελλάδα βραχυπρόθεσμα ζωντανή έως ότου η Ευρώπη, υπό την επιρροή της αλλαγής σκηνικού που επέφερε η νίκη Hollande (καθώς και η καθίζηση των Μνημονικακών κομμάτων στην Ελλάδα), αλλάξει ρώτα. Θα μου πείτε: Κι αν δεν αλλάξει; Σας απαντώ: Δεν υπάρχει πιθανότητα να μην αλλάξει! Ποτέ δεν είναι, βέβαια, σίγουρο ποια θα είναι η νέα ρώτα. Όμως ένα είναι σίγουρο: η σημερινή ρώτα (που συνθλίβει χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία και η Ισπανία) δεν μπορεί να παραμείνει ως έχει. Το ζητούμενο είναι να επιβιώσουμε έως τότε, έως ότου το ευρωπαϊκό τοπίο αρχίσει να ξεκαθαρίζει, όσο γίνεται με λιγότερα θύματα. Αυτό είναι το ζητούμενο για την νέα κυβέρνηση. Αυτό είναι το θέμα που θα ήθελα να δω τους πολιτικούς μας αρχηγούς να συζητήσουν στο Προεδρικό Μέγαρο όταν θα έρθει, πολύ σύντομα, η στιγμή της υπό τον κ. Παπούλια σύσκεψης των πολιτικών αρχηγών. Πρέπει, αντί να βγουν εκτός θέματος και να προσπαθούν να κερδίσουν την μάχη των εντυπώσεων, να συζητήσουν ήρεμα και υπεύθυνα (α) το πως θα ετοιμαστεί η χώρα ώστε να «αντέξει» όσο η άρνησή μας να πάρουμε την επόμενη δόση πυροδοτήσει μια Μεγάλη Ευρωπαϊκή Διαπραγμάτευση, καθώς και (β) ποια θα είναι η δική μας, η ελληνική, τοποθέτηση στην διάρκεια αυτής της διαπραγμάτευσης.
Ποια τοποθέτηση πρέπει να επιλέξουμε στον ευρωπαϊκό πεδίο; Επιτρέψτε μου να σας πω τι θα πρότεινα ως ελληνική θέση (όσοι έχετε διαβάσει τις προτάσεις μου εδώ στο protagon δεν θα ξαφνιαστείτε): Να παρουσιάσουμε στην Ευρώπη μια πρόταση επίλυσης που να ηχεί ρεαλιστική όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ισπανία που καταρρέει σήμερα, για την Ιρλανδία, για την Πορτογαλία, για την Γαλλία της οποίας η σειρά έρχεται κλπ - έτσι ώστε να δημιουργήσουμε ερείσματα μεταξύ της πλειοψηφίας των ευρωπαίων που, πλέον (κι ευτυχώς) κατανοούν πως αυτό που επιβλήθηκε στην Ελλάδα, πρώτον, δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας και, δεύτερον, δηλητηριάζει (καθώς επεκτείνεται σε) ολόκληρη την Ευρώπη. Βασικές αρχές αυτής της συνολικής λύσης πρέπει να είναι:
(1) Να μην πληρώνει τον λογαριασμό ο γερμανός φορολογούμενος αλλά το κατά Μάαστριχτ δημόσιο χρέος να μετατραπεί σε ευρωπαϊκό χρέος (από την ΕΚΤ) το οποίο θα αποπληρώνουν τα κράτη-μέλη με επιτόκια που θα εξασφαλίσει για αυτά η ΕΚΤ
(2) Να σταματήσουν οι εθνικές κυβερνήσεις να ασχολούνται με τις τράπεζες οι οποίες περνούν σε ευρωπαϊκό έλεγχο (δηλαδή να τις αναλάβει ως προς την επανακεφαλαιοποίηση, έλεγχο και διοίκηση - τουλάχιστον όσες δεχθούν σημαντικά ευρωπαϊκά κεφάλαια - το EFSF)
(3) Να συνεργαστεί η ΕΚΤ με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (εκδίδοντας ομόλογα και η μία και η άλλη) στην εκπόνηση ενός Ευρωπαϊκού Νιου Ντηλ (επενδυτικό πρόγραμμα για την ανάπτυξη και την εξισορρόπιση της ενδοε-ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας)
(4) Δέσμευση των χωρών-μελών, στον βαθμό που ισχύσουν τα πιο πάνω (και εξευρωπαϊστεί μεγάλο μέρος του χρέους, οι επενδύσεις και το τραπεζικό σύστημα), να ισοσκελίζουν μόνιμα τον προϋπολογισμό τους.
Διαβάστε το υπόλοιπο ενδιαφέρον άρθρο ΕΔΩ


RSS: